Η νέα πρόταση για τον Σενού Κουλιμπαλί, αυτή τη φορά από τη United FC του Ντουμπάι, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως ακόμη μία συνηθισμένη μεταγραφική κίνηση, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η ΟΜΟΝΟΙΑ είχε ήδη μεταφέρει με σαφήνεια, μετά και το προηγούμενο ενδιαφέρον της Ρόντινα, ότι ο ποδοσφαιριστής αποτελεί σημαντικό κομμάτι του αγωνιστικού σχεδιασμού και δεν βρίσκεται προς παραχώρηση στην παρούσα φάση.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το σημείο που δημιουργεί τη μεγαλύτερη ενόχληση. Δεν έχουμε μπροστά μας μια περίπτωση κατά την οποία κάποιος ενδιαφερόμενος σύλλογος δεν γνώριζε τη θέση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και αποφάσισε να δοκιμάσει τις πιθανότητές του. Είχε ήδη προηγηθεί πρόταση από τη Ρόντινα, ομάδα που επίσης συνδέεται με τον Σεργκέι Λομάκιν, είχε δοθεί αρνητική απάντηση και το μήνυμα από πλευράς «τριφυλλιού» ήταν σαφές: ο Κουλιμπαλί δεν είναι διαθέσιμος.
Παρά ταύτα, η υπόθεση επανέρχεται από άλλη ομάδα που συνδέεται με τον ίδιο επιχειρηματικό κύκλο και, μάλιστα, την τελευταία ημέρα της μεταγραφικής περιόδου, όταν τα περιθώρια μιας ομάδας να αντιδράσει σε ενδεχόμενη απώλεια βασικού ποδοσφαιριστή είναι εκ των πραγμάτων εξαιρετικά περιορισμένα.
Η χρονική στιγμή δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ασφαλώς, χωρίς συγκεκριμένες αποδείξεις δεν μπορεί κανείς να παρουσιάσει ως δεδομένο ότι υπάρχει σκοπιμότητα δημιουργίας προβλήματος στο εσωτερικό της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, όμως η επανάληψη των κινήσεων, παρά την ήδη γνωστή αρνητική στάση του συλλόγου, δημιουργεί δικαιολογημένα την εικόνα μιας πίεσης που μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση γύρω από έναν σημαντικό ποδοσφαιριστή σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική περίοδο.
Και το συγκεκριμένο δεδομένο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση αν συνυπολογίσουμε ότι ο Λομάκιν συνδέεται και με την Πάφος FC, έναν από τους βασικούς αγωνιστικούς ανταγωνιστές της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στις εγχώριες διοργανώσεις τα τελευταία χρόνια.
Αυτό από μόνο του, φυσικά, δεν αποδεικνύει κάποια πρόθεση. Κάνει όμως ακόμη πιο εύλογη την απορία για ποιο λόγο, ενώ η θέση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ήταν ήδη γνωστή, επανέρχεται νέα κίνηση για έναν βασικό της ποδοσφαιριστή ακριβώς στο φινάλε της μεταγραφικής περιόδου, σε μια στιγμή όπου ο σύλλογος προσπαθεί να ολοκληρώσει τον δικό του σχεδιασμό, να διατηρήσει την ηρεμία στα αποδυτήρια και να χτίσει πάνω στη σημαντική νίκη απέναντι στον Άρη.
Ο Κουλιμπαλί δεν αποτελεί μια περίπτωση ποδοσφαιριστή που περισσεύει ή για τον οποίο η ΟΜΟΝΟΙΑ αναζητά λύση αποχώρησης. Είναι μέρος του βασικού κορμού, έχει σημαντικό ρόλο στην αμυντική λειτουργία, βρίσκεται πλέον και στη νέα τριάδα των αρχηγών και, ειδικά μετά την αποχώρηση του Νικόλα Παναγιώτου, η παρουσία του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μέσα σε μια σεζόν με πρωτάθλημα και απαιτητικές ευρωπαϊκές υποχρεώσεις.
Γι’ αυτό και μια τέτοια υπόθεση δεν αφορά μόνο το οικονομικό σκέλος μιας πιθανής πρότασης. Αφορά τη σταθερότητα του ρόστερ, την εσωτερική ηρεμία, τον σχεδιασμό του Χένινγκ Μπεργκ και το δικαίωμα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ να αποφασίζει η ίδια ποιοι ποδοσφαιριστές αποτελούν μέρος του πλάνου της χωρίς να βρίσκεται συνεχώς στη διαδικασία να επαναλαμβάνει μια θέση που έχει ήδη καταστήσει σαφή.
Σε μια φυσιολογική μεταγραφική αγορά, κάθε ομάδα έχει ασφαλώς το δικαίωμα να καταθέσει μια πρόταση και κάθε ποδοσφαιριστής έχει το δικαίωμα να εξετάσει το μέλλον του. Υπάρχει όμως και ένα στοιχειώδες όριο σεβασμού όταν ο σύλλογος που κατέχει τα δικαιώματα του παίκτη έχει ήδη απαντήσει ότι δεν επιθυμεί να συζητήσει την παραχώρησή του.
Η επαναφορά της υπόθεσης από διαφορετική ομάδα του ίδιου κύκλου δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί κάτι που δεν θα προκαλούσε ενόχληση. Και είναι απολύτως κατανοητό η ΟΜΟΝΟΙΑ να αντιμετωπίζει πλέον την κατάσταση με ιδιαίτερη προσοχή, διαφυλάσσοντας τόσο τα αγωνιστικά της συμφέροντα όσο και την ηρεμία ενός αποδυτηρίου που βρίσκεται σε διαδικασία δημιουργίας νέων ισορροπιών μετά τις πρόσφατες αποχωρήσεις και προσθήκες.
Το σημαντικό για την ΟΜΟΝΟΙΑ είναι να μην επιτρέψει σε οποιοδήποτε εξωτερικό μεταγραφικό σενάριο να επηρεάσει την καθημερινότητα και τον προσανατολισμό της ομάδας. Η θέση της έχει μεταφερθεί. Ο Κουλιμπαλί υπολογίζεται. Και όταν ένα «όχι» έχει ειπωθεί τόσο καθαρά, το αυτονόητο είναι να γίνεται σεβαστό.
